Κάθε «Οδύσσεια» αρχίζει με μια αναχώρηση. Κάποιος αφήνει πίσω του έναν τόπο, κουβαλώντας μαζί του όσα δεν μπορεί να αφήσει πίσω: τη μνήμη, τη γλώσσα, τους ανθρώπους, τους ήχους που τον διαμόρφωσαν. Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο βαθύ νόημα ενός ταξιδιού: όχι να απομακρύνεσαι από εκεί όπου ξεκίνησες, αλλά να ανακαλύπτεις, όσο προχωράς, τι από εκείνο το μέρος συνεχίζει να ζει μέσα σου.
Στις 15 Οκτωβρίου 2026, μια τέτοια «Οδύσσεια» φτάνει στη Νέα Υόρκη. Η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής εμφανίζεται για πρώτη φορά στο «Carnegie Hall», παρουσιάζοντας τη συναυλία «Nikos Kazantzakis: An Odyssey in Music». Στο Stern Auditorium / Perelman Stage θα συναντηθούν πέντε διαφορετικές εποχές της ελληνικής μουσικής: ο Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Νίκος Σκαλκώτας, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιώργος Κουμεντάκης.
Τέσσερις από αυτούς έχουν ήδη περάσει στη συλλογική μνήμη. Ο πέμπτος στέκεται απέναντί τους σαν ένας ζωντανός κρίκος μιας μουσικής διαδρομής που δεν έχει τελειώσει. Κι έτσι, η συναυλία αποκτά μια διάσταση σχεδόν συμβολική. Δεν είναι μόνο μια παρουσίαση ελληνικής μουσικής στην Αμερική. Είναι μια συνάντηση γενεών, όπου το παρελθόν δεν εμφανίζεται σαν μουσείο και το παρόν δεν προσπαθεί να το αντικαταστήσει. Αντίθετα, συνομιλούν. Τα έργα των Μητρόπουλου, Σκαλκώτα, Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, ταξίδεψαν, αγαπήθηκαν, επηρέασαν τις επόμενες γενιές. Και τώρα, στο ίδιο πρόγραμμα, ένα δικό του έργο το «Amor Fati» στέκεται απέναντί τους και συνεχίζει αυτή τη συνομιλία. Ανάμεσά τους υπάρχει ένας ακόμη, αόρατος οικοδεσπότης: ο Νίκος Καζαντζάκης. Μια από τις πιο εμβληματικές πηγές έμπνευσης για την ελληνική μουσική του 20ού και του 21ου αιώνα. Η δύναμη της γραφής του, ο στοχασμός, ο φιλοσοφικός της πυρήνας, αλλά και οι έννοιες της ελευθερίας, της μοίρας και της πίστης περνούν από τα έργα των συνθετών που τον συνάντησαν.
Γιώργος Κουμεντάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Και κάπου εδώ η «Οδύσσεια» γίνεται προσωπική. Γιατί ο Κουμεντάκης δεν φέρνει στη Νέα Υόρκη μια αφηρημένη «ελληνικότητα». Φέρνει τη δική του Κρήτη. Την Κρήτη των παιδικών του χρόνων στο Ρέθυμνο, των τοπίων και των ήχων που, όπως λέει, επιστρέφουν μέσα του κάθε φορά που ακούει το «Amor Fati». Μια Κρήτη που δεν είναι απλώς γεωγραφικός τόπος ούτε απλώς μουσική παράδοση, αλλά, στα δικά του λόγια, ένας πολύτιμος τόπος που κατοικεί «μέσα στην ψυχή και την καρδιά μας».
Ίσως γι’ αυτό η συγκεκριμένη βραδιά να αφορά την Ομογένεια περισσότερο απ’ όσο φαίνεται αρχικά. Υπάρχουν άνθρωποι που γεννήθηκαν εδώ και γνώρισαν την Ελλάδα μέσα από τις αφηγήσεις των γονιών τους, μέσα από φωτογραφίες, καλοκαίρια, λέξεις που ειπώθηκαν στο σπίτι, μυρωδιές, γεύσεις και τραγούδια. Για έναν νέο άνθρωπο ελληνικής καταγωγής που μπορεί να μην έχει ζήσει ποτέ στην Ελλάδα, η μουσική μπορεί να γίνει μια μορφή επιστροφής σε έναν τόπο που δεν θυμάται προσωπικά αλλά, με έναν παράξενο τρόπο, αναγνωρίζει. Ο Κουμεντάκης το αισθάνεται αυτό και μεταφέρει τη μουσική του Μητρόπουλου, του Σκαλκώτα, του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι σαν έναν ζωντανό τρόπο αναγνώρισης και σύνδεσης με την Ελλάδα μέσα από την Εθνική Λυρική Σκηνή που φτάνει στο «Carnegie Hall» όχι μόνο με μια βαλίτσα γεμάτη παρτιτούρες, αλλά με μνήμες που ταξιδεύουν, μεταμορφώνονται και συνεχίζουν. Και ίσως αυτή να είναι η ουσία κάθε μεγάλης «Οδύσσειας»: όχι η επιστροφή στο ίδιο σημείο, αλλά η δυνατότητα να πάρεις μαζί σου όσα σου παραδόθηκαν και, ταξιδεύοντας, να τα κάνεις κάτι που ανήκει και στο αύριο.
Κύριε Κουμεντάκη, ως καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τι σημαίνει για εσάς αυτή η πρώτη εμφάνιση της ΕΛΣ στο «Carnegie Hall»; Τι θα θέλατε να μείνει στον θεατή όταν σβήσουν τα φώτα και τελειώσει η συναυλία;
Γιώργος Κουμεντάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Φωτογραφία: Giannis Antonoglou
Για όλους εμάς εδώ στην Εθνική Λυρική Σκηνή το ντεμπούτο μας στο «Carnegie Hall» έχει ξεχωριστή αξία. Κατ’ αρχάς γιατί αποτελεί την πρώτη περιοδεία της Ορχήστρας μας στην Αμερική, αλλά και κυρίως γιατί με αυτή τη συναυλία θελήσαμε να παρουσιάσουμε στο κοινό της Νέας Υόρκης έργα Ελλήνων συνθετών για τον Νίκο Καζαντζάκη. Πιστεύω ακράδαντα ότι το κοινό που θα έρθει να μας ακούσει θα ανακαλύψει τον ξεχωριστό πλούτο της ελληνικής μουσικής και της ελληνικής κουλτούρας, μέσα από τα σπουδαία αυτά έργα και την ερμηνεία από τον διακεκριμένο μαέστρο μας Βασίλη Χριστόπουλο, τις δύο κορυφαίες σολίστ την Ανίτα Ρατσβελισβίλι και την Μαρία Κωστράκη και φυσικά από τους εξαίρετους μουσικούς της Ορχήστρας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Συνόλου Μάνος Χατζιδάκις.
Στο πρόγραμμα συναντώνται πέντε διαφορετικοί συνθέτες και πέντε διαφορετικές μουσικές γλώσσες. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να αισθανθείτε ότι αυτά τα έργα μπορούν να συνομιλήσουν μεταξύ τους και να αφηγηθούν μαζί την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη;
Ο Νίκος Καζαντζάκης αποτελεί μια από τις πιο εμβληματικές πηγές έμπνευσης για την ελληνική μουσική του 20ού και του 21ου αιώνα. Οι μουσικές συνθέσεις που γράφτηκαν για το έργο του ή που επηρεάστηκαν από την προσωπικότητά του και την κρητική του καταγωγή, φέρουν κοινές αξίες και αναφορές. Η δύναμη της γραφής, η στοχαστικότητα, ο βαθιά φιλοσοφικός πυρήνας της γραφής του Καζαντζάκη, είναι στοιχεία που διαπερνούν τα έργα που θα παρουσιάσουμε στο «Carnegie Hall». Αξίζει να επισημανθεί ότι μιλάμε για σπουδαία έργα που έγραψαν οι μεγάλοι μας συνθέτες Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Χατζιδάκις, Νίκος Σκαλκώτας, Δημήτρης Μητρόπουλος. Τα έργα αυτά σφράγισαν την συνθετική τους πορεία, αγαπήθηκαν σε όλο τον Κόσμο, ταξίδεψαν, επηρέασαν τις επόμενες γενιές των συνθετών. Πρόκειται για έργα που θα δώσουν σε έναν νέο ακροατή, μια πολύ γενναιόδωρη εικόνα για τον μεγάλο πλούτο και την μοναδική αξία της ελληνικής μουσικής.
Βασίλης Χριστόπουλος, Αρχιμουσικός με σπουδές στην Αθήνα και τη Μουσική Ακαδημία του Μονάχου. Έχει διευθύνει από το 1999 πολυάριθμες παραγωγές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και έχει συνεργαστεί με σημαντικούς ελληνικούς και διεθνείς μουσικούς οργανισμούς. Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Ο Καζαντζάκης έχει ταξιδέψει σε όλο τον Κόσμο μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Τι μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να αποκαλύψει η μουσική για τον Καζαντζάκη που ίσως δεν μπορεί να αποδώσει καμία μετάφραση;
Η μουσική πάντα έχει τη δυνατότητα να αποτελεί μια γλώσσα που δεν χρειάζεται μετάφραση ή εξήγηση, καθώς μπορεί να συνομιλήσει απευθείας με το συναίσθημα του κάθε ανθρώπου. Στην περίπτωση των έργων που γράφτηκαν για τον Καζαντζάκη, το κοινό θα έχει τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με το πολυεπίπεδο σύμπαν του συγγραφέα, τον πολιτισμό της Κρήτης, τις φιλοσοφικές και ταυτόχρονα τραγικές διαστάσεις του έργου της, αλλά και τις έννοιες της ελευθερίας, της μοίρας της πίστης. Όλοι οι συνθέτες που εργάστηκαν πάνω στον Καζαντζάκη έχουν μελετήσει βαθιά το έργο του και έχουν αποδώσει με μοναδικό τρόπο την ιδιαιτερότητα και τη δύναμή του.
Το «Amor Fati» έχει ήδη μια διαδρομή σχεδόν είκοσι χρόνων, αλλά τώρα θα το ακούσετε για πρώτη φορά στην Αμερική, στο «Carnegie Hall». Όταν ένα έργο που έχετε γράψει πριν από τόσα χρόνια επιστρέφει σε εσάς μέσα από έναν τόσο διαφορετικό χώρο και ένα καινούργιο κοινό, το ακούτε άραγε με τον ίδιο τρόπο ή ανακαλύπτετε κάτι καινούργιο μέσα του;
Είναι μεγάλη η χαρά μου και ακόμα μεγαλύτερη η τιμή που αισθάνομαι που ένα δικό μου έργο συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα μιας τέτοιας συναυλίας και θα συνδιαλλαγεί επί σκηνής με τα αριστουργήματα του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη, του Νίκου Σκαλκώτα και του Δημήτρη Μητρόπουλου. Καθώς, οι ογκόλιθοι αυτοί με έχουν επηρεάσει με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους -τόσο ως προς τη συνθετική μου εργασία, όσο και αναφορικά με την προσωπικότητά μου-, αισθάνομαι μεγάλη ευθύνη και να παρουσιάζω το «Amor Fati», μαζί με τα δικά τους έργα.
Μαρία Κωστράκη, Ελληνίδα σοπράνο, γεννημένη στη Βέροια και μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Μόναχο και στο Würzburg και έχει εμφανιστεί σε σημαντικές σκηνές και φεστιβάλ της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Αυστρίας, της Ελβετίας και της Αιγύπτου, με ιδιαίτερη σχέση και με το ελληνικό ρεπερτόριο. Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Περιμένω με αγωνία τη νέα αυτή ερμηνεία του έργου μου από την σπουδαία Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής με τον κορυφαίο μας αρχιμουσικό Βασίλη Χριστόπουλο. Φυσικά κάθε φορά που ένα έργο ερμηνεύεται από διαφορετική ορχήστρα και άλλο μαέστρο, το ακούω με διαφορετικό τρόπο, καθώς κάθε ανάγνωση φωτίζει διαφορετικά στοιχεία του έργου. Προσωπικά κάθε φορά που ακούω το έργο αυτό, έρχεται στο νου και την ψυχή μου, η παιδική μου ηλικία στο Ρέθυμνο, όλες οι μνήμες από την Κρήτη και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της κρητικής παράδοσης.
Υπάρχει ένα ρίσκο όταν βλέπουμε με σύγχρονη ματιά ήχους, αξίες και συναισθήματα μιας άλλης εποχής; Στο «Amor Fati», πώς μεταφέρατε τις κρητικές κοντυλιές, ένα τόσο βαθιά παραδοσιακό ιδίωμα στη γλώσσα της συμφωνικής ορχήστρας; Τι αλλάξατε για να ακουστούν σήμερα και τι αφήσατε ανέγγιχτο, ώστε να παραμείνει η Κρήτη μέσα στον ήχο του έργου;
Το ρίσκο που σωστά αναφέρετε, έρχεται όταν οι αξίες και τα συναισθήματα μιας άλλης εποχής φθάνουν στο σήμερα, χωρίς την προσοχή που απαιτείται. Σε ό,τι αφορά στο έργο μου, από το 2004 και μετά έλαβα την απόφαση να εξελίξω τη μουσική μου γλώσσα και ταυτότητα, ενσωματώνοντας με δημιουργικό και πρωτότυπο τρόπο στοιχεία της παράδοσης. Το «Amor Fati» είναι ένα από τα πρώτα μεγάλης κλίμακας έργα που έγραψα πάνω στον άξονα αυτό. Η θέλησή μου ήταν να «ακούγεται» στο έργο η μουσική της Κρήτης της εποχής του Καζαντζάκη, αλλά χωρίς να υπάρχουν παραδοσιακά όργανα, κάτι που θεωρώ ότι έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον.
Φωτογραφία: Vassilis Makris
Έχετε μιλήσει για τα παιδικά σας χρόνια στο Ρέθυμνο, στις αγροικίες, στα αμπέλια και στα πεύκα του Ευλογιά, όπου από μικρός δημιουργούσατε τους δικούς σας ήχους. Η Κρήτη που κουβαλάτε εσείς από εκείνα τα χρόνια συναντά την Κρήτη που κουβαλούσε ο Καζαντζάκης. Είναι τελικά η ίδια Κρήτη ή δύο διαφορετικές Κρήτες που συναντιούνται μέσα στη μουσική;
Η αλήθεια είναι ότι η Κρήτη δεν είναι απλώς μια περιοχή στον χάρτη, δεν είναι απλώς ένα νησί. Είναι ένας τόπος με μακραίωνη ιστορία, με σπουδαίο πολιτισμό με πολυποίκιλες επιρροές – ένας τόπος βαθιάς πνευματικότητας. Την ίδια στιγμή η αγριάδα του τοπίου και το αμάλγαμα σκληρότητας και ευαισθησίας των ανθρώπων της είναι στοιχεία που έχουν επηρεάσει γενιές καλλιτεχνών και μελετητών. Η δική μου Κρήτη με την Κρήτη του Καζαντζάκη έχουν κοινά, αλλά και μεγάλες διαφορές. Ο βίος και τα σπουδαία επιτεύγματα του Νίκου Καζαντζάκη υπερβαίνουν τα ανθρώπινα όρια και θα ήταν ύβρις να τολμήσει ο οποιοδήποτε να συγκριθεί μαζί του. Το σίγουρο είναι ότι ο πνευματικός κόσμος του σπουδαίου Καζαντζάκη έχει καθορίσει την πολυεπίπεδη κουλτούρα της Κρήτης.
Στο πρόγραμμα η Κρήτη είναι παντού στον Καζαντζάκη, στις κοντυλιές, στον Σκαλκώτα, στον Μητρόπουλο, στο «Amor Fati». Είναι για εσάς η Κρήτη ένας τόπος, μια μουσική γλώσσα ή τελικά ένας τρόπος να βλέπει κανείς τη ζωή;
Η «Κρήτη» φυσικά είναι δομικό στοιχείο του έργου του Καζαντάκη, όπως είναι δομικό στοιχείο και στον «Καπετάν Μιχάλη» του Χατζιδάκι και στον «Ζορμπά» του Θεοδωράκη και στην «Κρητική Γιορτή» του Μητρόπουλου και στους «Κρητικούς Χορούς» του Σκαλκώτα και στο δικό μου «Amor Fati». Η Κρήτη δεν είναι απλώς ένα νησί στο Αιγαίο πέλαγος, δεν είναι καν μια γλώσσα ή μια μουσική παράδοση. Είναι ένα πολύτιμος τόπος που κατοικεί μέσα στην ψυχή και την καρδιά μας.
Γιώργος Κουμεντάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Ο Καζαντζάκης έζησε μεγάλο μέρος της δημιουργικής του πορείας μέσα σε μια βαθιά προσωπική και μοναχική αναζήτηση. Πόση μοναχικότητα χρειάζεται τελικά ένας δημιουργός για να ακούσει τη δική του φωνή και πόση επικοινωνία χρειάζεται για να την μοιραστεί με τους άλλους;
Αν μου επιτρέπετε, θα απαντήσω αυτή την ερώτησή σας βασισμένος στα προσωπικά μου βιώματα, καθώς οι ανάγκες και οι εμπειρίες του κάθε δημιουργού διαφέρουν. Για εμένα η μοναχικότητα και η παρατήρηση της φύσης είναι απαραίτητα στοιχεία για να μπορέσω να συνθέσω. Ταυτόχρονα η επαφή και επικοινωνία με τους άλλους ανθρώπους μου προσφέρουν πολύτιμη ύλη για την συνθετική μου εργασία. Αυτό που σίγουρα είναι κοινό στους δημιουργούς είναι ότι έχουν ανάγκη το κοινό να ακούσει, να απολαύσει και να αξιολογήσει τα έργα τους.
Η ελληνική Ομογένεια της Νέας Υόρκης έχει μια βαθιά σχέση με την Ελλάδα, αλλά ίσως ένα μέρος της δεν έχει ακόμη γνωρίσει την Εθνική Λυρική Σκηνή. Θα θέλατε αυτή η πρώτη εμφάνιση στο «Carnegie Hall» να γίνει μια γέφυρα ανάμεσα στην ΕΛΣ και στους Έλληνες της Αμερικής, μια γνωριμία που θα συνεχιστεί και μετά τη συναυλία;
Φυσικά η μεγάλη μας επιθυμία και η αγωνία μας είναι να καταφέρουμε να συναντήσουμε τον Ελληνισμό της Διασποράς στην συναυλία μας αυτή. Και όχι μόνο να συναντήσουμε, αλλά να τον συγκινήσουμε και να του θυμίσουμε λίγο τις μοναδικές ποιότητες της ελληνικής μουσικής. Είμαι βέβαιος ότι οι ομογενείς κάθε ηλικίας που θα μας τιμήσουν με την παρουσία τους θα νιώσουν μεγάλη υπερηφάνεια και συγκίνηση για το υψηλότατο επίπεδο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Και μακάρι αυτή η συνάντησή με την ομογένεια στο εμβληματικό «Carnegie Hall», να γίνει η αφετηρία για νέες εμφανίσεις μας και σε άλλες Πολιτείες της Αμερικής.
Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Για έναν νέο άνθρωπο ελληνικής καταγωγής που έχει μεγαλώσει στη Νέα Υόρκη, αλλά ίσως δεν έχει ζήσει ποτέ την Ελλάδα, μπορεί αυτή η μουσική να γίνει ένας τρόπος επιστροφής σε μια πατρίδα που γνωρίζει περισσότερο μέσα από τις οικογενειακές του μνήμες;
Έχετε απόλυτο δίκιο. Θεωρώ πως ναι η μουσική και ειδικά αυτά τα αριστουργηματικά έργα, έχουν τη δύναμη να γνωρίσουν στους ανθρώπους των νεότερων ηλικιών την κουλτούρα της πατρίδας τους. Και αυτό είναι κάτι που μας κάνει ιδιαιτέρως χαρούμενους για αυτή τη συναυλία. Οι μνήμες και οι εικόνες που κουβαλούν οι «Ελληνικοί χοροί» του Σκαλκώτα, ο «Ζορμπάς» του Θεοδωράκη και ο «Καπετάν Μιχάλης» του Χατζιδάκι, αλλά και όλων των άλλων έργων, είμαι βέβαιος ότι θα μιλήσουν στην καρδιά και την ψυχή όλων των Ελλήνων της Ομογένειας.
Αν βλέπατε την πορεία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σαν μια «Οδύσσεια», σε ποιο σημείο του ταξιδιού θα λέγατε ότι βρίσκεται σήμερα η ΕΛΣ και ποιος είναι ο επόμενος προορισμός που σας ενδιαφέρει περισσότερο;
Από την πλευρά μας είμαστε ευτυχείς όταν βάζουμε μικρούς στόχους και τους καταφέρνουμε. Πριν λίγα χρόνια κάναμε μια μεγάλη συμπαραγωγή με την Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης, στη συνέχεια παρουσιάσαμε το project με τον Γιώργο Λάνθιμο στο New York Film Festival και τώρα ντεμπουτάρουμε στο «Carnegie Hall». Οι φιλοδοξίες μας είναι μεγάλες, αλλά θέλουμε να εξελισσόμαστε με τρόπο ώριμο και ασφαλή. Ο επόμενος στόχος μας είναι η επιτυχία της νέας σεζόν 2026/27 που ξεκινάει στις 30 Οκτωβρίου στο ΚΠΙΣΝ στην Αθήνα με τον Ορφέα του Μοντεβέρντι, σε σκηνοθεσία του κορυφαίου εικαστικού καλλιτέχνη Ουίλιαμ Κέντριτζ. Μάλιστα, η παραγωγή αυτή μετά την Αθήνα θα παρουσιαστεί και στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της συμπαραγωγής που έχουμε υπογράψει με την Μετροπόλιταν Όπερα.
Ανίτα Ρατσβελισβίλι, Γεωργιανή μέτζο-σοπράνο με διεθνή καριέρα στις μεγαλύτερες λυρικές σκηνές. Το διεθνές της ξεκίνημα ήρθε με την «Carmen» στη Σκάλα του Μιλάνου, ενώ έκτοτε έχει εμφανιστεί μεταξύ άλλων στη Metropolitan Opera, την Paris Opera, τη Royal Opera House και τη Vienna State Opera
Αν ο στόχος σας ως καλλιτεχνικού διευθυντή είναι να κάνετε την ΕΛΣ περισσότερο εξωστρεφή και διεθνή, τι είναι αυτό που δεν θέλετε ποτέ να χαθεί στην πορεία;
Δεν θέλουμε ποτέ να χαθεί η ουσιαστική και στενή επαφή που έχουμε με το παραδοσιακό κοινό της όπερας στην Ελλάδα. Το κοινό αυτό είναι η βάση μας και αυτό μας τροφοδοτεί και μας εμπνέει. Δεν θα το προδώσουμε ποτέ.
Αν ο Καζαντζάκης μπορούσε να καθίσει απόψε στο «Carnegie Hall» και να ακούσει αυτή τη συναυλία, ποιο είναι το ένα πράγμα που θα θέλατε να του πείτε πριν αρχίσει η μουσική;
Θα ήθελα να τον ευχαριστήσω για την γενναιόδωρη έμπνευση που μας έχει προσφέρει ακόμα και σήμερα μέσα από τα κείμενά του, τη φιλοσοφία του, τη ζωή του, τους χαρακτήρες των έργων του.
Υπάρχει ένας ήχος από την Κρήτη που, όπου κι αν βρίσκεστε στον Κόσμο, σας κάνει να αισθάνεστε ότι επιστρέφετε σπίτι;
Ο ήχος που πάντα και παντού με συνοδεύει είναι ο ήχος του ανέμου. Και πάντα θυμάμαι με μεγάλη συγκίνηση τα λόγια του Καζαντζάκη στον «Καπετάν Μιχάλη» που συνέθεσε ο Μάνος Χατζιδάκις: «Σηκώθηκε ένας άνεμος ζεστός, ογρός, φουσκοδεντρίτης. Ξεκινούσε απ’ την Αραπιά, σβάρνιζε τον κάμπο της Μεσσαράς, καβαλίκευε τα καστρινά μουράγια και έπεφτε πάνω στις γυναίκες σαν άντρας και πάνω στους άντρες σαν γυναίκα».
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γιώργος Κουμεντάκης, καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Φωτογραφία: Andreas Simopoulos
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Γιώργος Κουμεντάκης, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1959 και ανήκει στους πιο προικισμένους και πολυδιάστατους Έλληνες συνθέτες. Εκτός από τα πολυάριθμα έργα συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου, μεγάλο κομμάτι της καλλιτεχνικής του πορείας έχει αφιερωθεί στη σύνθεση μουσικής για τις παραστατικές τέχνες (θέατρο, κινηματογράφο, χορό, όπερα, installations) Έχει συνθέσει και παρουσιάσει τέσσερις όπερες, με κορυφαία τη δίπρακτη όπερα «Η Φόνισσα» (2014, σε ποιητικό κείμενο Γιάννη Σβώλου, βασισμένο στο ομώνυμο κοινωνικό μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), η οποία γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας από την Εθνική Λυρική Σκηνή και συνδυάζει την ελληνική μουσική παράδοση με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή ταυτότητα του είδους.
Οι σημαντικές διακρίσεις του ξεκινούν από το 1985, όταν ο György Ligeti τον επιλέγει και του αναθέτει τη σύνθεση του έργου «Σύμμολπα 5», ενώ λίγους μήνες αργότερα συμμετέχει στη Biennale της Βενετίας. Το 1987, συνεργάζεται για πρώτη φορά με το περίφημο γαλλικό συγκρότημα σύγχρονης μουσικής «Ensemble InterContemporain» και αρχίζει μία ανοδική πορεία διεθνούς αναγνώρισης που οδηγεί, το 1992, στην τιμητική υποτροφία Prix de Rome, η οποία συνοδεύεται από έναν χρόνο παραμονής και δημιουργίας στη Γαλλική Ακαδημία της Ρώμης (Villa Medici). Την ίδια χρονιά, ξεκινά τη μακρά συνεργασία του με τον χορογράφο-σκηνοθέτη Δημήτρη Παπαϊωάννου και την «Ομάδα Εδάφους», η οποία κορυφώνεται το 2004, με τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, όπου διετέλεσε μουσικός διευθυντής, συνθέτης και δημιουργός του μουσικού σεναρίου. Συνεργάστηκε με σπουδαίους καλλιτέχνες του θεάτρου, της όπερας, του χορού, όπως, μεταξύ άλλων, ο Κάρολος Κουν, ο Στέφανος Λαζαρίδης, ο Γιάννης Χουβαρδάς, η Ρούλα Πατεράκη και η Ραλλού Μάνου.
Έχει διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής του μουσικού συνόλου «Νίκος Σκαλκώτας», του «Kyklos Ensemble», του Αναγεννησιακού Φεστιβάλ Ρεθύμνου, καθώς και υπεύθυνος καλλιτεχνικού προγραμματισμού στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού.
Έργα του έχουν παρουσιαστεί σε όλον τον Κόσμο, σε σημαντικές αίθουσες συναυλιών και λυρικά θέατρα, όπως, μεταξύ άλλων: Salle Olivier Messiaen, Théâtre de l’Archevêché, Teatro La Fenice, Alte Oper, Benesse Museum (Ναόσιμα), Concertgebouw (Άμστερνταμ), Purcell Room, Wigmore Hall, Carnegie Hall, Αίθουσα Συναυλιών της Απαγορευμένης Πόλης (Πεκίνο), Muziekgebouw aan’t IJ (Άμστερνταμ), Auditorio Nacional de Música (Μαδρίτη), Clarice Smith Performing Arts Center (Μέριλαντ), Piccolo Teatro (Μιλάνο), Guarnerius Art Centre (Βελιγράδι).
Πηγή: www.ekirikas.com


Εγκατάσταση Ράδιο Δίφωνο